«Οι δώδεκα ένορκοι» στο Χυτήριο – είσοδος ελεύθερη

Σήμερα στις 10:30 μ.μ. – 12:50 π.μ.

σκηνοθεσία Σίντνεϊ Λιούμετ με τους: Χένρι Φόντα, Μάρτιν Μπάλσαμ, Λι Τζ.Κομπ, Τζακ Γουόρντεν

Μία καθηλωτική δικαστική ιστορία, μία κοινωνική αλληγορία για την εφαρμογή της δημοκρατίας στην κοινωνία, με έναν υπέροχο Χένρι Φόντα, στην πρώτη κινηματογραφικήδουλειά ενός κορυφαίου Αμερικανού σκηνοθέτη, του Σίντνεϊ Λουμέτ.

Η ταινία ξεκινάει στην αίθουσα ενός δικαστηρίου όπου ένα 18χρόνο αγόρι από την Ισπανία καταδικάζεται με θανατική ποινή σε ηλεκτρική καρέκλα για τη δολοφονία του πατέρα του. Ο δικαστής, καλεί τους δώδεκα ενόρκους να αποσυρθούν για να βγάλουν την ετυμηγορία τους. Για να «εκτελεστεί» όμως ο 18χρονος κατηγορούμενος θα πρέπει να συναινέσουν και οι δώδεκα ένορκοι.

Μέσα σε ένα ψυχρό, αποπνικτικό δωμάτιο, με ένα μεγάλο τραπέζι και δώδεκα καρέκλες, διαδραματίζεται σχεδόν όλη υπόθεση της ταινίας μας. Στην αρχή της συνεδρίας δείχνουν ότι οι ένορκοι είναι πεπεισμένοι πως ο νεαρός είναι ένοχος. Καλούνται λοιπόν να ψηφίσουν. Όλοι ψηφίζουν ότι είναι ένοχος εκτός από τον 8ο ένορκο (Χένρι Φόντα), ο οποίος διατηρεί αμφιβολίες για την ενοχή του νεαρού και προσπαθεί να πείσει τους υπόλοιπους έντεκα ενόρκους ότι τα στοιχεία δεν είναι τόσο ξεκάθαρα όσο φαίνονται.

Μέσα από διάφορες συζητήσεις μεταξύ τον ενόρκων, ξεδιπλώνονται μπροστά μας δώδεκα διαφορετικές προσωπικότητες και η ταινία καταλήγει σε μια αποκάλυψη των αδυναμιών, των προκαταλήψεων και των προβλημάτων του κάθε ενόρκου, ξεχωριστά

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου έχει κατατάξει την ταινία «Οι Δώδεκα Ένορκοι», ως τη δεύτερη καλύτερη δικαστική ταινία όλων των εποχών.

Ένα καθηλωτικό δικαστικό και αστυνομικό δράμα δωματίου, που μπορεί να ιδωθεί και ως μία κοινωνική αλληγορία για την εφαρμογή της δημοκρατίας στην κοινωνία μας.

Η ταινία, αποτελεί την πρώτη κινηματογραφική δουλειά του Sidney Lumet, ο οποίος έχοντας προϋπηρεσία στο θέατρο και την τηλεόραση, παραδίδει μαθήματα σκηνοθεσίας, επιτυγχάνοντας να κρατήσει τον θεατή προσηλωμένο για ενενήντα λεπτά, χωρίς να πλατειάσει ούτε στιγμή.

Το υποδειγματικό θεατρικό σενάριο, είναι του Reginald Rose και καταφέρνει δεξιοτεχνικά να ταυτίσει τον κινηματογραφικό με τον πραγματικό χρόνο, ξεδιπλώνοντας έτσι μέσα από ένα διαλογικό «πινγκ-πονγκ», μία δικαστική υπόθεση που ενώ αρχικά φαίνεται απλή, εξελίσσεται ως μια εκπληκτικά ενδιαφέρουσα ιστορία μυστηρίου, με αποτέλεσμα να παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα, από το πρώτο ως το τελευταίο της πλάνο.

Παράλληλα, σκιαγραφούνται και οι δώδεκα χαρακτήρες του τίτλου της ταινίας. Ο καθένας από τους οποίους διαθέτει τη δική του προσωπικότητα και βασίζει τις απόψεις του σε διαφορετικά κριτήρια. Δίνεται έτσι η δυνατότητα στον θεατή να διαμορφώσει μία ξεχωριστή εικόνα για τον καθένα, να συμπαθήσει κάποιους, να μισήσει άλλους και ίσους με κάποιους να ταυτιστεί.

Κάθε ένας από τους δώδεκα ενόρκους, σκιαγραφείται ξεχωριστά. Ο προπονητής μίας ομάδας μπέιζμπολ γυμνασίου είναι σχολαστικός με το να τηρηθούν η τάξη και οι διαδικασίες. Ο τραχύς και αποφασισμένος για καταδίκη άνδρας, είναι αυτός που δε θα διστάσει να πολεμήσει όποιον βρεθεί στον δρόμο του για να περάσει το δικό του. Ο μορφωμένος, καλοντυμένος αστός, πάντα ψύχραιμος, ορθολογιστής, που αντιμετωπίζει την όλη κατάσταση σαν ένα παζλ προς λύση μέσω της επαγωγικής λογικής και μόνο. Ο ανασφαλής και χαμηλών τόνων γραφιάς, που θέλει να αφήσει για πάντα πίσω το λούμπεν παρελθόν του. Ο πικρός, ευέξαπτος ρατσιστής, με συχνά ξεσπάσματα θυμού. Ο μορφωμένος Ευρωπαίος μετανάστης, ο οποίος εκφράζει συνεχώς τον θαυμασμό του για την Αμερικάνικη δικαιοσύνη και φυσικά επιθυμεί διακαώς την πραγμάτωσή της και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όλοι αυτοί, είναι μερικοί μόνο από τους δώδεκα διαφορετικούς χαρακτήρες που συνθέτουν δυναμικά το ψηφιδωτό ηρώων της ταινίας μας.

Ακολουθώντας έτσι την παρουσίαση αυτών των δώδεκα χαρακτήρων και των αντίστοιχων στερεοτύπων τους, οι μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις αρχίζουν σταδιακά να συντίθενται.

Ο σκηνοθέτης, Σίντνεϊ Λουμέτ, έχει δηλώσει πως στην πρώτη του αυτή μεγάλου μήκους ταινία, βασίστηκε σε μία “πλοκή του φακού”, όπως την ονόμασε. Δηλαδή, όσο η πλοκή εκτυλίσσεται, χρησιμοποιεί φακούς ολοένα και μακρύτερης εστίασης, ώστε να δώσει την εντύπωση ότι οι τοίχοι σταδιακά “πνίγουν” τους χαρακτήρες.

Επί πλέον, χώρισε την ταινία σε τρία στάδια: Το πρώτο, είναι γυρισμένο με την κάμερα πάνω από το ύψος των ματιών, το δεύτερο στο ύψος των ματιών και το τρίτο από κάτω. Δίνει έτσι την εντύπωση πως όχι μόνο οι τοίχοι, αλλά και το ταβάνι κατεβαίνει προς τα κάτω, προϊόντος του χρόνου.
από το tvxs

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Πληροφορίες

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *